Παλιός Ελληνικός Κινηματογράφος
Η πρώτη κινηματογραφική προβολή σε ελληνικό έδαφος πραγματοποιήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1896 στην Αθήνα, από τον Αλεξάντρε Προμιό, ο οποίος ήταν Γάλλος σκηνοθέτης και εκπρόσωπος των αδελφών Λυμιέρ.
![]() |
Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης, τότε ακόμα υπό Οθωμανική κατοχή, ήρθαν σε επαφή με το νέο αυτό μέσο τον Ιούλιο του 1897, ενώ τον Ιούλιο του 1900 οργανώθηκαν στη Σύρο οι πρώτες τακτικές προβολές.
Οι πρώτες κινηματογραφικές λήψεις στον ελλαδικό χώρο θεωρούνται εκείνες που πραγματοποίησαν κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ο Βρετανός δημοσιογράφος Φρέντρικ Βίλλιερς και ο καινοτόμος Γάλλος κινηματογραφιστής Ζωρζ Μελιές. Στις αρχές του 1900 εμφανίστηκαν και οι πρώτοι Έλληνες κινηματογραφιστές. Επρόκειτο για τους Γιαννάκη και Μίλτο Μανάκη, οι οποίοι από το 1905 κατέγραψαν τη ζωή καθημερινών ανθρώπων από την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και σήμερα θεωρούνται πρωτοπόροι του σινεμά στα Βαλκάνια.
Το 1910 ιδρύθηκε η Αθήνη, η πρώτη εταιρεία παραγωγής. Από αυτήν γυρίστηκαν οι μικρού μήκους κωμωδίες αλλά και η δημοφιλέστατη Γκόλφω, που αποτελεί την πρώτη ελληνική μεγάλου μήκους ταινία.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ανέκοψε την εξέλιξη του ελληνικού κινηματογράφου, αν και γυρίστηκαν σημαντικά ντοκιμαντέρ, με θέμα τον πόλεμο και την Μικρασιατική εκστρατεία. Σταδιακά, ωστόσο, η παραγωγή ολοένα και αυξανόταν. Στα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου, μεγάλη εισπρακτική επιτυχία είχαν το μελόδραμα Της μοίρας τ' αποπαίδι (1925) του Δήμου Βρατσάνου και οι σύντομες κωμωδίες στις οποίες πρωταγωνιστούσε ο Μιχαήλ Μιχαήλ. Γνωστός ως ο «Έλληνας Τσάρλι Τσάπλιν», ο Μιχαήλ Μιχαήλ αποτέλεσε ίσως τον πρώτο σταρ του ελληνικού σινεμά. Γενικά, το διάστημα μέχρι το 1926 θεωρείται μια μεταβατική περίοδος για το ελληνικό σινεμά, καθώς η εδαφική επέκταση του κράτους προσέφερε περισσότερες προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης για τους τομείς διανομής και προβολής.
![]() |
| Μιχαήλ Μιχαήλ |
Η κινηματογραφική παραγωγή έφτασε στο απόγειό της την επταετία 1927-1933, όταν δραστηριοποιήθηκαν πολλές εταιρείες παραγωγής. Πρόκειται για την πιο παραγωγική περίοδο πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς παρουσιάστηκαν 32 ταινίες. Το αριστούργημα της εποχής του βωβού ελληνικού κινηματογράφου θεωρείται το Δάφνις και Χλόη (1931), σε σκηνοθεσία του Ορέστη Λάσκου. Η ταινία αυτή χαρακτηρίζεται από αρκετές τεχνικές καινοτομίες και περιέχει την πρώτη σκηνή γυμνού στην ιστορία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.
![]() |
| Η Σοφία Βέμπο στην Προσφυγοπούλα |
Η αδυναμία των ελληνικών κινηματογραφικών εταιρειών να ανταγωνιστούν τις αμερικανικές, έφερε ως αποτέλεσμα να προτιμούν οι Έλληνες σκηνοθέτες ξένες κινηματογραφικές εταιρίες (κυρίως Αιγυπτιακές). Αυτή που ξεχώρισε περισσότερο ήταν Η Προσφυγοπούλα (1938), στην οποία πρωταγωνιστούσε η Σοφία Βέμπο.
Το δικτατορικό καθεστώς του 1936, επέβαλε λογοκρισία και φόρο 70% στα «δημόσια θεάματα». Αυτός ο νόμος αποδυνάμωσε ακόμα περισσότερο τον ελληνικό κινηματογράφο. Το βάρος της παραγωγής έπεσε σε σύντομα ντοκιμαντέρ, που πρόβαλλαν τον Μεταξά ως «Πατέρα του Έθνους». Υπολογίζεται ότι κατά την τετραετία 1936-1941, γυρίστηκαν περίπου 450 τέτοια φιλμ. Το τραγούδι του χωρισμού (1939) ήταν η πρώτη ομιλούσα ταινία με εξ ολοκλήρου επεξεργασία στην Ελλάδα.Οι συνθήκες της Κατοχής σχεδόν εκμηδένισαν την παραγωγή, παρότι ορισμένοι κινηματογράφοι, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό, συνέχισαν να προβάλλουν ξένες ταινίες. Ο γερμανικός στρατός κατάσχεσε τα στούντιο και τον τεχνικό εξοπλισμό, καταστρέφοντας ουσιαστικά τις εταιρείες παραγωγής.
Το 1943 η νεοϊδρυθείσα τότε Φίνος Φιλμ παρουσίασε την πρώτη κατοχική ταινία, ονόματι Η φωνή της καρδιάς, στην οποία έπαιζαν μεταξύ άλλων οι Αιμίλιος Βεάκης, Καίτη Πάνου, Δημήτρης Χορν και Λάμπρος Κωνσταντάρας. Πάντως, από τις ελάχιστες ταινίες που γυρίστηκαν το διάστημα αυτό ξεχωρίζουν τα Χειροκροτήματα (1944), με πρωταγωνιστή τον Αττίκ. Τα Χειροκροτήματα ήταν το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γιώργου Τζαβέλλα, μιας από τις σημαντικότερες μορφές του μεταπολεμικού σινεμά.
Παρά την δυσχερή οικονομική κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση, οι κινηματογραφικές παραγωγές αυξήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, καθώς ιδρύθηκαν πολλές νέες εταιρείες. Την πρώτη κιόλας μεταπολεμική χρονιά, το 1945, ο Ορέστης Λάσκος σκηνοθέτησε τις Ραγισμένες καρδιές, ένα ρομαντικό δράμα με φόντο τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο.
Ακολούθησαν αρκετά αξιοσημείωτα έργα, μεταξύ των οποίων και η Τελευταία αποστολή (1949), η πρώτη ελληνική ταινία που συμμετείχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών.
Κατά τη διάρκεια της Χρυσής Εποχής, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, η Ελλάδα παρήγαγε τις περισσότερες ταινίες κατά κεφαλήν σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Φίνος Φιλμ αναδείχθηκε στη μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής.

Η Ιστορία μιας κάλπικης λίρας, σε σκηνοθεσία Γιώργου Τζαβέλλα, ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που είχε τόσο μεγάλη διεθνή απήχηση, αφού προβλήθηκε σε περίβλεπτα φεστιβάλ, όπως αυτά της Βενετίας και του Κάρλοβι Βάρι. Η Στέλλα, η δεύτερη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη και το ντεμπούτο της Μελίνας Μερκούρη, προκάλεσε επίσης ιδιαίτερη αίσθηση στο εξωτερικό, καθώς προτάθηκε για το Χρυσό Φοίνικα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών και τιμήθηκε με Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Οι επόμενες ταινίες του Κακογιάννη (Το κορίτσι με τα μαύρα, Το τελευταίο ψέμα, Ερόικα, Ηλέκτρα) διακρίθηκαν επανειλημμένως σε ξένα φεστιβάλ και βραβεία.
Το 1956 προβλήθηκε Ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου, μια ταινία-σταθμός. Αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα από κοινό και κριτικούς, αλλά απέσπασε θετικά σχόλια στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και σήμερα θεωρείται ευρέως ένα από τα αριστουργήματα της ελληνικής κινηματογραφίας.
Τη δεκαετία του 1960 γυρίστηκαν μερικές από τις διασημότερες συμπαραγωγές με ξένες εταιρείες. Το Ποτέ την Κυριακή (1960) του Ζυλ Ντασέν κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ η Μελίνα Μερκούρη βραβεύτηκε με το Βραβείο Γυναικείου ρόλου στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Το 1964 ο Αλέξης Ζορμπάς του Μιχάλη Κακογιάννη ήταν μια μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, επίσης με διακρίσεις στα Όσκαρ. Η συγκεκριμένη ταινία επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, μια επιρροή που είναι ευδιάκριτη ακόμα και σήμερα.
Ο Σακελλάριος σκηνοθέτησε και έγραψε, συχνά μαζί με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, πολλές από τις πλέον αγαπητές κωμωδίες της εποχής, συμπεριλαμβανομένων των Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο (1955), Η θεία απ' το Σικάγο (1957), Ο Ηλίας του 16ου (1959), Τα κίτρινα γάντια (1960), Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο (1960) και Υπάρχει και φιλότιμο (1965). Η φιλμογραφία του Δαλιανίδη περιλαμβάνει επίσης πληθώρα γνωστών κωμωδιών (Ζητείται ψεύτης, Η Χαρτοπαίχτρα, Φωνάζει ο κλέφτης, κ.ά.), ενώ κάποιες εξ αυτών (Μερικοί το προτιμούν κρύο, Κορίτσια για φίλημα, κ.ά.) θεωρούνται τα καλύτερα δείγματα εγχώριου μιούζικαλ.
Αρκετές ταινίες αυτής της περιόδου αντιμετώπισαν προβλήματα λογοκρισίας. Για παράδειγμα, Η Συνοικία το όνειρο (1961) του Αλέκου Αλεξανδράκη αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα, καθώς σύμφωνα με την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή αποτελούσε δυσφήμηση για την εικόνα της χώρας. Ορισμένες σκηνές της κόπηκαν, αλλά ακόμα κι έτσι, θεωρείται πλέον μια από τις σπουδαιότερες ελληνικές ταινίες.
Το ιστορικό δράμα Το χώμα βάφτηκε κόκκινο (1966) προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Όσον αφορά το νουάρ και το θρίλερ έγιναν λίγες, αλλά αξιόλογες προσπάθειες.
Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της δεκαετίας του 1960 ήταν η διοργάνωση της Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου στην Θεσσαλονίκη, που μετεξελίχθηκε σε Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου και συνεχίζει μέχρι σήμερα.
![]() |
| Αφίσα του Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 2019 |
Στα πρώτα χρόνια από την επιβολή της Δικτατορίας, ο ελληνικός κινηματογράφος δεν άλλαξε σε μεγάλο βαθμό. Οι κωμωδίες και τα μιούζικαλ απολάμβαναν της προτίμησης του μεγαλύτερου μέρους του κοινού και τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν την προηγούμενη περίοδο, συνέχισαν να δημιουργούν επικερδείς ταινίες (Κάτι κουρασμένα παλικάρια-1967, Ένας ιππότης για τη Βασούλα- 1968, Μια κυρία στα μπουζούκια- 1968, κ.ά.)
Το δικτατορικό καθεστώς επέβαλε έντονη λογοκρισία και προώθησε ενεργά ταινίες με πατριωτικό και αντικομμουνιστικό περιεχόμενο. Πράγματι, γυρίστηκαν πολυάριθμες ταινίες με θέμα τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, την Αντίσταση (Όχι– 1969, Οι γενναίοι του Βορρά– 1969, κ.ά.) και την Επανάσταση του 1821 (Μαντώ Μαυρογένους– 1971, Παπαφλέσσας– 1971, κ.ά.). Το Υπολοχαγός Νατάσσα (1970) παραμένει έως σήμερα μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού σινεμά.
Παράλληλα όμως με αυτές, προβλήθηκαν οι Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση και Θανάση πάρε τ' όπλο σου (με τον Θανάση Βέγγο) του Ντίνου Κατσουρίδη, που επίσης διαδραματίζονται στα χρόνια της Κατοχής, αλλά έχουν εμφανή αντιφασιστικά μηνύματα. Και οι δύο ταινίες γνώρισαν μεγάλη εισπρακτική και κριτική επιτυχία, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στη Χούντα, που λογόκρινε την ταινία και προέβαλε εμπόδια στην παραγωγή.

Από τα μέσα του 1960, η παραγωγή των μεγάλων εταιρειών είχε διογκωθεί σε τέτοιο βαθμό, που η μικρή ελληνική αγορά δεν κατάφερε να την στηρίξει, με αποτέλεσμα η θεαματικότητα να πέσει σε ασύμφορα επίπεδα. Επιπρόσθετα, ο κορεσμός ανάγκασε κριτικούς και κοινό να στρέψουν το βλέμμα τους στο σινεμά του εξωτερικού, που παρουσίαζε μεγαλύτερη πρωτοτυπία. Αυτοί οι παράγοντες, μαζί με την είσοδο της τηλεόρασης στα σπίτια, οδήγησαν στη μείωση της συνολικής παραγωγής.
Προς το τέλος της Χούντας, οι Αλέκος Σακελλάριος και Γιάννης
Δαλιανίδης ήταν ίσως οι πιο επιτυχημένοι σκηνοθέτες των μεγάλων
στούντιο, με ταινίες όπως Η κόμησσα της Κέρκυρας (1972), Το κοροϊδάκι της πριγκιπέσσας (1972) και Η Μαρία της σιωπής (1973).








Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου